«H αναδιάρθρωση θα πυροδοτούσε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις. Ακόμα και η απλή συζήτηση γι΄ αυτή, θεωρώ πως ζημιώνει τον τόπο» σημειώνει ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιώργος Προβόπουλος στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Έθνος της Κυριακής».
Το κτίριο της Τραπέζης της Ελλάδος, στην Πανεπιστημίου, ήταν πάντοτε ένα κτίριο εμβληματικό. Βαρύ. Τώρα, φαίνεται ακόμα βαρύτερο... Και είναι λογικό. Πάνω από την πατίνα του χρόνου, που έδινε πάντα τον τόνο και το χρώμα στις αυστηρές αίθουσες αυτού του ιστορικού διατηρητέου μνημείου, ήρθε να προστεθεί και η πατίνα της κρίσης. Αυτή η αίσθηση της κρισιμότητας των στιγμών, που κάνει την Τράπεζα και τα στελέχη της να βρίσκονται σε διαρκή πυρετό. Το γραφείο του Γιώργου Προβόπουλου δεν ξεφεύγει από τη συνολική ατμόσφαιρα. Βαριά έπιπλα, κλασικοί πίνακες, πόρτες που κλείνουν ερμητικά...
Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι ο ίδιος ο Διοικητής, που αιφνιδιάζοντας τον συνομιλητή του, αποδεικνύεται λιγότερο «θεσμικός» και περισσότερο άμεσος, απ' ό,τι ίσως κανείς θα ανέμενε. Πιο ανοιχτός στη συζήτηση. Και για όσους έτυχε να γνωρίσουν προκατόχους του, σαφέστατα πιο «πολιτικός».
Ούτως ή άλλως, το απόγευμα που συναντηθήκαμε, παιζόταν στο Eurogroup ο πρώτος γύρος του μπρα ντε φερ για την ενίσχυση του μηχανισμού στήριξης και για την επιμήκυνση αποπληρωμής του ελληνικού δανείου.
![]() |
| Ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος θεωρεί αναγκαία τη διατύπωση ενός συνεκτικού Σχεδίου Δράσης για την Ανάπτυξη. Βασικές πτυχές του, τονίζει, παρουσιάζονται στην τελευταία Εκθεση της Τράπεζας. |
Η γνώμη του οικονομολόγου που διευθύνει την κεντρική τράπεζα της χώρας είναι ότι η επιμήκυνση δεν φτάνει από μόνη της για να δώσει στην ελληνική οικονομία τις κρίσιμες ανάσες που απαιτούνται. Χρειάζεται, τονίζει, πέρα από την τήρηση του προγράμματος προσαρμογής, ένα σχέδιο ανάπτυξης που θα πείθει ότι θα ξεπεράσουμε την ύφεση και θα επιστρέψουμε στις αγορές.
«Και η αναδιάρθρωση; Ποια είναι η γνώμη σας, κύριε Διοικητά», τον ερωτώ.
Η απάντησή του δεν αφήνει ούτε χαραμάδα ανοιχτή, για να υποθέσει κανείς ότι, υπό προϋποθέσεις έστω, μπορεί και να το συζητούσε: «η αναδιάρθρωση», υπογραμμίζει, «θα πυροδοτούσε ανεξέλεγκτες αντιδράσεις και θα είχε αρνητικές συνέπειες για τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και όσους κατέχουν κρατικούς τίτλους. Το κόστος της θα ήταν πολύ μεγαλύτερο από το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής... Ακόμα και η απλή συζήτηση γι΄ αυτή, θεωρώ πως ζημιώνει τον τόπο».
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΜΑΧΑΙΡΑ
Κύριε Διοικητά, τον τελευταίο καιρό ωριμάζει η ιδέα ότι τα σοβαρά προβλήματα χωρών της Ευρωζώνης μπορεί να αποδειχθούν «φάρμακο» για τη χώρα μας. Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν είναι πλέον ο «άτακτος εταίρος», αλλά μία από τις χώρες που πλήττει μια ευρύτερη, συστημικού χαρακτήρα κρίση, δεν βάζει νέες παραμέτρους στο τραπέζι;
Tο γεγονός ότι και άλλες οικονομίες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν προβλήματα δεν αναιρεί την κρισιμότητα της κατάστασης και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η μεγάλη κρίση λειτούργησε ως καταλύτης για τη χώρα μας αναδεικνύοντας χρόνια, δικά μας προβλήματα, που διστάσαμε να αντιμετωπίσουμε στο παρελθόν. Αυτές τις αδυναμίες πρέπει τώρα να εξαλείψουμε, αλλάζοντας τις δομές που δημιούργησαν την κρίση. Η ευρωπαϊκή διάσταση προσθέτει βεβαίως νέες παραμέτρους και θέτει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα μίας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής αντιμετώπισης. Η αντιμετώπιση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει αφενός την ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση του μηχανισμού στήριξης και αφετέρου την εισαγωγή αυστηρότερων όρων οικονομικής διακυβέρνησης, που θα αποτρέπουν εφεξής μεγάλες δημοσιονομικές αποκλίσεις. Είναι προφανές ότι μπροστά σε αυτήν την προοπτική όχι μόνο δεν πρέπει να χαλαρώσουμε την προσπάθεια, που έχουμε ήδη ξεκινήσει, αλλά αντίθετα να την εντείνουμε.
Αρκεί η επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους για να πάρει η οικονομία τις κρίσιμες ανάσες που χρειάζεται ή απαιτείται η συνδρομή κάποιων επιπλέον εξελίξεων, ώστε να επιστρέψουμε κάποια στιγμή στις αγορές;
Η επιμήκυνση θα ήταν θετική εξέλιξη, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια. Προϋπόθεση για να επιστρέψουμε στις αγορές είναι: πρώτον, η πλήρης επίτευξη των στόχων του προγράμματος προσαρμογής και μάλιστα η υπέρβασή τους - όπου αυτό είναι εφικτό. Και δεύτερον η εφαρμογή ενός Σχεδίου Δράσης για την Ανάπτυξη που θα πείθει ότι η ελληνική οικονομία σύντομα θα ξεπεράσει την ύφεση και θα εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο.
[ Ο Γιώργος Προβόπουλος μετράει τις λέξεις του μία προς μία, γνωρίζοντας πως στην περίπτωσή του οι «χαλαρές» διατυπώσεις... απλώς απαγορεύονται. Επιχειρώ να μεταφέρω τη συζήτηση στην αναδιάρθρωση του χρέους και τον ερωτώ αν ανήκει στην κατηγορία όσων τη θεωρούν καταστροφική για την Ελλάδα. Η απάντησή του δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών: «πιστεύω», λέει, «ότι το πολιτικό και οικονομικό κόστος της αναδιάρθρωσης θα ήταν πολύ μεγαλύτερο από το βραχυχρόνιο κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής, που καλούμεθα να καταβάλουμε σήμερα. Η αναδιάρθρωση θα πυροδοτούσε ανεξέλεγκτες, αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα άνοιγαν έναν νέο, μακροχρόνιο, κύκλο δυσπιστίας για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Θα είχε επίσης άμεσες και σημαντικές αρνητικές συνέπειες για τα ασφαλιστικά ταμεία, τις τράπεζες και όλους όσοι κατέχουν κρατικούς τίτλους». Ο Διοικητής παίρνει μια ανάσα και, σαν να θέλει να μου δώσει τίτλο, υπογραμμίζει: «Θεωρώ ότι ακόμη και η απλή συζήτηση περί αναδιάρθρωσης ζημιώνει τον τόπο» ]
Γιατί η επιμήκυνση συζητείται για τα 110 δισ. ευρώ και όχι για το σύνολο του χρέους; Δεν θα αποσυμπίεζε τις δανειακές ανάγκες του δημοσίου;
Αυτό έχει ήδη αποσαφηνιστεί από την κυβέρνηση. Ομως θα το επαναλάβω. Καμία επιμήκυνση δεν θα μας απάλλασσε από το καθήκον να προχωρήσουμε με απόλυτη συνέπεια και ταχύ βηματισμό στον δρόμο της δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής.
Στην Ευρώπη η σχολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας έχει πάρει σαφώς πλέον το πάνω χέρι. Στην περίπτωσή μας, ωστόσο, το είπατε προηγουμένως κι εσείς, η ανάπτυξη είναι αναγκαία. Μπορεί να συνυπάρξουν περιοριστικές πολιτικές και ανάπτυξη;
Οι περιοριστικές πολιτικές έχουν έναν συγκεκριμένο στόχο: τον περιορισμό των ελλειμμάτων του Δημοσίου, ο οποίος συνιστά πρωταρχική προϋπόθεση για την ανάπτυξη. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι οικονομίες με μεγάλα ελλείμματα δεν έχουν τη δυνατότητα να επιτύχουν διατηρήσιμη ανάπτυξη, γιατί τα ελλείμματα οδηγούν σε αύξηση των επιτοκίων δανεισμού -σε ακραίες περιπτώσεις και σε κρίσεις δανεισμού, όπως συνέβη στην Ελλάδα-, αλλά και γιατί η διόγκωση του δημόσιου τομέα «εκτοπίζει» την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία, που είναι βασικά συστατικά της βιώσιμης ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, οι περιοριστικές πολιτικές είναι στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας το πρώτο αναγκαίο βήμα για να επανέλθουμε σε ανοδική πορεία: Η σταθεροποίηση είναι αναπτυξιακή πολιτική. Βεβαίως, η δημοσιονομική προσαρμογή πρέπει να συνοδευθεί από διαρθρωτικές αλλαγές που θα απελευθερώσουν τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας και θα επιτρέψουν την κινητοποίησή τους πάνω σε νέες, υγιείς βάσεις.
Ναι, αλλά, επί του παρόντος, η συνταγή δεν φαίνεται να αποδίδει. Μήπως το οικονομικό μείγμα του Μνημονίου χρειάζεται αναθεώρηση;
Οι στόχοι που θέτει το Μνημόνιο είναι το ελάχιστο που πρέπει να κάνουμε για να αντιμετωπίσουμε την παρούσα κρίση. Απ΄ αυτούς τους στόχους δεν μπορούμε να αποκλίνουμε χωρίς καταστροφικές συνέπειες και οι πολιτικές που προβλέπονται σ’ αυτό πρέπει να εφαρμοσθούν με αυστηρότητα και συνέπεια. Από την άλλη πλευρά, το Μνημόνιο δεν συνιστά ένα συνολικό πλαίσιο πολιτικής. Προβλέπει απλώς τα απολύτως απαραίτητα. Η ευθύνη δηλαδή της οικονομικής πολιτικής δεν εξαντλείται στην εφαρμογή των μέτρων αυτών και μόνο. Πρέπει παράλληλα να επισπευσθούν παρεμβάσεις που θα στοχεύουν στην ταχύτερη δυνατόν επανεκκίνηση της οικονομίας. Γι΄ αυτό υποστηρίζω ότι παράλληλα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής απαιτείται ένα εξίσου δεσμευτικό, συνεκτικό Σχέδιο Δράσης για την Ανάπτυξη, βασικές πτυχές του οποίου έχουν αναλυτικά παρουσιαστεί στην τελευταία Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής.
[ Επισημαίνω ότι η χώρα βυθίζεται καθημερινά σε ένα υφεσιακό τέλμα, που επιτείνει η αδυναμία των ελληνικών τραπεζών να δανειοδοτήσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Στο άκουσμα της παρατήρησης ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος χαμογελά και απαντά ως... γνήσιος τραπεζίτης. «Κύριε Μαχαίρα», μου λέει, «οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες δεν ξεκίνησαν από δικά τους προβλήματα. Είναι αντιθέτως αποτέλεσμα της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης που προκάλεσε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, η οποία συμπαρέσυρε και τις τράπεζες». Επιμένω: και τι πρέπει να γίνει κύριε Διοικητά, για να βελτιωθεί η πιστωτική ικανότητα των τραπεζών; «Πρέπει να αρθούν οι παράγοντες που δημιούργησαν το πρόβλημα», υπογραμμίζει, φροντίζοντας να συμπληρώσει ότι «αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση των ίδιων των τραπεζών να προχωρήσουν σε συγκεκριμένα βήματα που θα αμβλύνουν τις συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης» ]
Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα είναι το τραπεζικό τοπίο μετά την κρίση; Και τι θα συνιστούσατε σήμερα στις διοικήσεις των τραπεζών;
Το τραπεζικό περιβάλλον μετά την κρίση θα είναι αρκετά διαφοροποιημένο σε σχέση με το παρελθόν και οι τράπεζές μας θα αντιμετωπίσουν σοβαρές προκλήσεις, από τις οποίες ενδεικτικά θα αναφέρω κάποιες: Οταν οι ελληνικές τράπεζες επιστρέψουν στις διεθνείς αγορές για άντληση κεφαλαίων θα αντιμετωπίσουν αυξημένο ανταγωνισμό από κυβερνήσεις, άλλες τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, που επίσης θα αναζητούν ρευστότητα. Μία άλλη πρόκληση αφορά τις αλλαγές στο διεθνές ρυθμιστικό πλαίσιο με την εφαρμογή των κανόνων της Βασιλείας ΙΙΙ. Συνεπώς, στην παρούσα συγκυρία επιβάλλεται οι τράπεζες να είναι ιδιαίτερα προσεκτικές στη διαμόρφωση της μεσοπρόθεσμης στρατηγικής τους. Οφείλουν για λόγους πρόνοιας να διατηρούν σημαντικά αποθέματα κεφαλαίων και να υλοποιήσουν στρατηγικές αναδιάρθρωσης για τον περιορισμό του λειτουργικού τους κόστους και την ενίσχυση της ρευστότητάς τους. Στην επίτευξη των παραπάνω, η σύναψη στρατηγικών συμμαχιών και συγχωνεύσεων θα βοηθούσε πολύ, αφού θα αξιοποιούνταν οι όποιες συνέργειες.
«Δεν απειλείται από ανοιχτή κρίση η αγορά ακινήτων...»
Κύριε Προβόπουλε, πόσο ανεξάρτητα λειτουργεί, τελικά, η Τράπεζα της Ελλάδος; Το ερωτώ όχι τόσο υπό την τυπική έννοια, όπου όντως υπάρχει αυτοτέλεια, αλλά υπό την ουσιαστική. Μπορεί, για να το θέσω διαφορετικά, η Τράπεζα να κινηθεί σε άλλη κατεύθυνση από αυτή που ακολουθεί η κυβέρνηση;
Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως μέλος του Ευρωσυστήματος, ακολουθεί μία σταθερή, μακρόπνοη πολιτική με συγκεκριμένους στόχους που δεν επηρεάζονται από την πολιτική συγκυρία. Επομένως, πέρα από την τυπική ανεξαρτησία στην οποία αναφέρεστε, η Τράπεζα οφείλει να παρεμβαίνει με γνώμονα τις δικές της κατευθυντήριες γραμμές. Αυτό έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, όταν η Τράπεζα επεσήμαινε προβλήματα που οι κυβερνήσεις παρέβλεπαν ή υποτιμούσαν.
[ Του θυμίζω ότι η κοινή γνώμη έχει εκπαιδευτεί να θεωρεί την Τράπεζα και τον Διοικητή της προάγγελους επαχθών πολιτικών, που καταθέτουν προτάσεις σε συνεννόηση με την εκάστοτε κυβέρνηση. Σημειώνω, μάλιστα, ότι τα κόμματα της Αριστεράς κατηγορούν παραδοσιακά την Τράπεζα ότι προλειαίνει με τις εκτιμήσεις της το κλίμα, για να επιβληθούν πολιτικές λιτότητας. Χαμογελά, ξανά. «Κοιτάξτε», μου λέει, με μια κίνηση που δείχνει πως θέλει να βάλει στη θέση τους τα πράγματα, «Η Τράπεζα της Ελλάδος, ούσα σταθερά προσηλωμένη σε συγκεκριμένους στόχους, πράγματι συνιστά και συγκεκριμένες πολιτικές. Συχνά όμως οι προτεινόμενες από εμάς πολιτικές δεν εφαρμόσθηκαν με αποτέλεσμα να σωρευτούν προβλήματα». Παρατηρώ πως και οι τραπεζίτες αφήνουν αιχμές. Το προσπερνά. «Οσο τα προβλήματα παραμένουν άλυτα», συνεχίζει, «αυξάνεται αντίστοιχα το κόστος αντιμετώπισής τους. Το υψηλό τίμημα που καλούμεθα σήμερα να καταβάλουμε, αντανακλά ακριβώς το κόστος της αδράνειας στο παρελθόν» ]
Τον τελευταίο καιρό εκφράζεται από διάφορες πλευρές η πεποίθηση ότι οδηγούμαστε στην έκρηξη της ελληνικής φούσκας των ακινήτων. Αν τα δάνεια δεν ανταποκρίνονται στις νέες τιμές που θα ορίσει η αγορά, μπορεί να οδηγηθούμε σε εκρηκτικές καταστάσεις. Συνέβη άλλωστε και στις ΗΠΑ με τις γνωστές συνέπειες... Φοβάστε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Οι συνθήκες στην ελληνική αγορά ακινήτων έχουν πολύ σημαντικές διαφορές από αυτές που επικρατούν σε άλλες χώρες. Βασικά στοιχεία της διαφοροποίησης είναι αφενός το υψηλό ποσοστό του πληθυσμού με ιδιόκτητη κατοικία και αφετέρου το χαμηλό ποσοστό των στεγαστικών δανείων. Τα δεδομένα αυτά λειτουργούν σταθεροποιητικά. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι η ύφεση θα επιφέρει -έχει ήδη επιφέρει- κάποια διόρθωση στις τιμές των ακινήτων, δεν πιστεύω όμως ότι η διόρθωση μπορεί να μετατραπεί σε ανοιχτή κρίση, όπως συνέβη αλλού.
Αντέχει η αγορά αυξήσεις επιτοκίων στα επιχειρηματικά ή και στα στεγαστικά δάνεια;
Υποθέτω ότι αναφέρεστε στην αναπροσαρμογή των επιτοκίων και των περιθωρίων στην οποία ενδεχομένως προχωρούν ορισμένες τράπεζες. Η αναπροσαρμογή αυτή φαίνεται να αντανακλά αφενός την αύξηση του πιστωτικού κινδύνου στο σημερινό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και αφετέρου το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης των ίδιων των τραπεζών, που προσφέρουν πιο υψηλά επιτόκια για να προσελκύσουν καταθέσεις. Θα ήθελα εδώ να προσθέσω, αναφορικά με τον «ανταγωνισμό» στην προσέλκυση καταθέσεων, ότι οι τράπεζες θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι αποβαίνει μεσοπρόθεσμα εις βάρος τόσο των δανειοληπτών πελατών τους όσο και των ίδιων των τραπεζών και της οικονομίας.
Το θέμα των ημερών είναι τα κλειστά επαγγέλματα. Ποια είναι η γνώμη σας; Θα υπάρξει όντως άμεσο όφελος από το άνοιγμά τους ή μιλάμε για εξελίξεις που θα γίνουν αντιληπτές σε βάθος χρόνου;
Και τα δύο. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου η συμπίεση του κόστους θα είναι άμεση και το όφελος ορατό. Σε μια πιο μακροχρόνια προοπτική, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων θα δημιουργήσει ανταγωνιστικές συνθήκες σε όλες τις αγορές, με πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς και μετρήσιμες, θετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη.
[ Συζητάμε για τον ρόλο της Τράπεζας στην κρίση. Σημειώνω τις πρόσφατες κολακευτικές αναφορές του Ολι Ρεν και ερωτώ σε ποιες ακριβώς ενέργειες προχώρησε για να διατηρηθεί η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα. Η γνώμη του Γιώργου Προβόπουλου είναι ότι η διασφάλιση της σταθερότητας και η αποτελεσματική εποπτεία, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, δεν προωθούνται με τυμπανοκρουσίες αλλά με προσεκτικούς χειρισμούς και χαμηλούς τόνους. Τονίζει, μάλιστα, ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είχε διαβλέψει από τον Οκτώβριο του 2008 τις επερχόμενες αρνητικές εξελίξεις και είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τις τράπεζες για τις κινήσεις που έπρεπε να κάνουν, ώστε να θωρακιστούν κεφαλαιακά ]
Σας άκουσαν οι τράπεζες;
Με δική μας ενθάρρυνση οι τράπεζες προχώρησαν σε αυξήσεις κεφαλαίου, ενώ έκαναν χρήση των μέτρων του κυβερνητικού σχεδίου ενίσχυσης της ρευστότητας της οικονομίας το 2008 και με τις προνομιούχες μετοχές ενίσχυσαν περαιτέρω την κεφαλαιακή τους επάρκεια. Παράλληλα ζητήσαμε να μην καταβάλλουν μέρισμα, ώστε να ενδυναμώσουν τα κεφάλαιά τους, καθώς και να αυξήσουν τις προβλέψεις έναντι των επισφαλών δανείων. Αλλά και ως μέλος του Ευρωσυστήματος, η Τράπεζα συνέβαλε στη λήψη σειράς μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος.
Κύριε Διοικητά, μία τελευταία ερώτηση: έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη φιλολογία σχετικά με το αν είχατε ενημερώσει την πολιτική ηγεσία του τόπου για την εκτίναξη του ελλείμματος προ των εκλογών του 2009. Εχετε κάτι να προσθέσετε;
Η Τράπεζα της Ελλάδος με τις Εκθέσεις της, τις τακτικές εκδόσεις και ανακοινώσεις της αλλά και με την παρουσία του Διοικητή στη Βουλή ενημερώνει τους πάντες, έγκαιρα και σε βάθος, για τις οικονομικές εξελίξεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου